το κάλεσμα

Το υπνοδωμάτιο έχει μια μόνιμη μυρωδιά καμένου. Έχω ψάξει τα πάντα. Ντουί, πρίζες, ξεχασμένους φορτιστές, λαμπατέρ, γόπες τίποτα. Χωρίς πολλά το πήρα απόφαση. Με την σιγουριά του «ότι γαμίδι και να καίγεται, δε πα να καεί να γίνει στάχτη» κοιμάμαι εδώ και 1 χρόνο στο καμένο δωμάτιο. Με τον ίδιο τρόπο θα κοιμόμουν πάνω σε αλιγάτορα αν τον συνήθιζε το μάτι μου φερειπείν. Έχουν κοιμηθεί και άλλοι σ αυτό το δωμάτιο. Κάτι ζευγάρια φίλων, κάτι συγγενείς, κάποιοι που ξώμειναν. Κανείς δεν είπε τίποτα. Μπορεί να ναι από αυτά που προσέχεις μετά το μήνα, μπορεί να μην το παν από ευγένεια, μπορεί πάλι να το μυρίζω μόνο εγώ. Το τελευταίο δύσκολο γιατί από το τσιγάρο έχω φτάσει να μυρίζω μόνο αν σνιφάρω κατάπλασμα λεμονανθού. Να μην τα πολυλογώ το δωμάτιο είναι καμένο.

Ξυπνάω το πρωί αργοπορημένα, το μυαλό μου είναι σουρωτήρι, προβλέπεται μέρα που δε θα θυμάμαι ούτε αν τύχω το λόττο, ντύνομαι με ότι μοιάζει τίμιο και πάω δουλειά. Στο δρόμο μου μυρίζει καμένο. Κοιτάω τον μαλάκα μπροστά, η εξάτμιση γουργουρίζει, αλλάζω λωρίδα, τίποτα. Καμένο πάλι. Αλάρμ και στην άκρη. Κολλάω τη μούρη μου σε λάστιχα, τσιμούχες και ότι άλλο μου φαίνεται ύποπτο, τίποτα. Μπαίνω στ αμάξι και συνεχίζω αποφασισμένη να φτάσω στη δουλειά. Λίγο πριν τις μπάρες είμαι διαολεμένα σίγουρη ότι θ ανατιναχτεί τ αμάξι. Παρκάρω έξω απ το πάρκινγκ για να μην μπουρλοτιάσω αθώους και βγαίνω κυρία μισοκαψαλισμένη απ τ αμάξι. Παίρνω ύφος δεν τρέχει τίποτα και απομακρύνομαι με στιλ Τετάρτης πρωί.
Φτάνω στη δουλειά. Έχουν εκκενώσει την κλινική λόγω συναγερμού φωτιάς. Φουντώνω από ενοχές. Να δεις που είναι το κάλεσμά μου. Μπαίνω σαν ήρωας μέσα στη μονάδα, δε μου μυρίζει τίποτα. Όλοι τρέχουν κατά έξω. Παίρνω βαθιές αναπνοές, ψάχνοντας κάτι να θυμίζει καπνό. Φτάνω στον τελευταίο θάλαμο και βρίσκω έναν παππού ωραίο, τον είχα δει χθες, χούφτωνε ότι έφτανε στα 92, χωρίς συγγενείς με πολύ χιούμορ, δε γαμιέται τον μαζεύω, σέρνω καρότσι και γυρίζουμε τον όροφο. Μου λέει αυτός κάτσε να πούμε δυο κουβέντες. Του λέω σε λίγο παππού, έχει φωτιά. Μου λέει όχι μωρέ ένα τσιγάρο άναψα και πήρε λίγο το στρώμα και η πάνα.

The Long and Tiresome Way to Oz

Τον τελευταίο καιρό το ‘χω ρίξει στα comics (όχι αυτά με το μίκυ μάου και το Λούκυ Λουκ, τα άλλα, αυτά που εμείς τα λέμε κόμιξ κι όλος ο υπόλοιπος πλανήτης τα λέει graphic novels). Έχω πάρει σβάρνα λοιπόν τις λίστες με τα 10, 25, 50, 1000 καλύτερα graphic novels ever, βγάζω μέσους όρους και διασπορές, και διαβάζω με αύξουσα σειρά.

Επίσης, πριν κάνα μήνα πήρα τους 5 τόμους με όλα τα βιβλία του Οz που έγραψε ποτέ ο Lyman Frank Baum (ναι, μάλλον μόνο εγώ κι οι φίλοι μου ξέρουμε στην Ελλάδα ότι, μετά το Μάγο του Οζ, ο  Baum έγραψε άλλα 14 βιβλία για τη Ντόροθυ, το Σκίαχτρο και τον Τενεκεδένιο ξυλοκόπο, και το πρώτο, αν και μακράν το πιο γνωστό, δεν είναι καν το καλύτερο). Μιλάμε συνολικά για ένα ατέλειωτο παραμύθι έκτασης τριών χιλιάδων σελίδων με τις αυθεντικές εικονογραφήσεις των πρώτων εκδόσεων -ένα παιδικό όνειρο που έγινε πραγματικότητα (να σημειώσω εδώ ότι τα παιδικά όνειρα που γίνονται πραγματικότητα όταν δεν είσαι πια παιδί είναι γενικά για τον πούτσο). Όπως και νά ΄χει, τα βιβλία τα είχα απο πρόπερσι στο e-book, είχα διαβάσει ήδη τα μισά, και σκεφτόμουνα καιρό αν αξίζει να δώσω ένα κάρο λεφτά για να τά ‘χω σε χαρτί, αλλά τελικά πλήρωσε το ΤΑΠΟΤΕ τα χρωστούμενα του 11 και δε γαμείς, τα πήρα. Κι αφού πλατίασα αρκετά με την καθήλωση μου στο Οζικό στάδιο, πάμε στο θέμα μας τώρα (γιατί λογικά έχει κάποιο θέμα το ποστ).

Έχω βρεθεί τους τελευταίους μήνες να διαβάζω ανηλεώς Batman, Oz και V for Vendetta ενώ στο ράφι της βιβλιοθήκης με τα «to be read» σκονίζονται αδιάκοπα ο Φρανς, ο Ιουνέσκο, ο Έκο, ο Σαραμάγκου, ο Τσέρτερτον κι οι υπόλοιποι εμετικοί τιτάνες. Και όλους αυτούς τους μήνες αναρωτιέμαι, όπως θά ‘κανε κάθε ενήλικας: μα καλά, τί κάνω; Όποτε πάω να πιάσω κάτι πιο βαθύ, κάτι που μπορεί να δίνει περισσότερο βάση στο ψυχισμό και τις αντιφάσεις των χαρακτήρων, στην έκθεση μιας ιδεολογίας ή κοσμοθεωρίας, σε κάποιο είδος εσωτερικής, κοινωνικής ή φιλοσοφικής αναζήτησης σε βάρος της πλοκής αυτής καθαυτής, ε τότε κουράζομαι αυτόματα. Δεν είναι ότι αν τελικά διαβάσω κάτι τέτοιο, δεν μου αρέσει (τέτοια είναι άλλωστε όλα τα αγαπημένα μας βιβλία), είναι που όλο και περισσότερο τελευταία βαριέμαι να το κάνω και το χέρι πάει αυτόματα στο ράφι με τα Sandman.

Και νομίζω ότι το συμπέρασμα είναι τόσο σαφές όσο και τρομακτικό. Έχω βαρεθέι τον κόσμο. Τον κόσμο και τους ανθρώπους του. Προτιμώ να διαβάσω κάτι που ουδεμία σχέση έχει με τούτο το σύμπαν, κάτι για τη χώρα του Oζ, το Δισκόκοσμο ή τη Gotham City, κάτι όπου το καλό και το κακό είναι κρυστάλλινα διαχωρισμένα και όπου, χωρίς πολύ μπλα-μπλα, παίζουν ξυλίκι μεταξύ τους και στο τέλος το καλό πάντα νικάει. Και μετά πιάνεις το επόμενο τέυχος για να ξανανικήσει στο τέλος το καλό κι εσύ να ξαναχαρείς με το τίποτα. Βέβαια τα καλύτερα comics θεωρούνται τα καλύτερα ακριβώς γιατί διαλύουν αυτή τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ υπερήρωα-αντιήρωα κι επιδεικνύουν υποτίθεται ένα πιο mature, intellectuel γράψιμο (ο Batman είναι ένας διαταραγμένος τρομοκράτης-φασίστας που παίρνει το νόμο στα χέρια του και δεν αφήνει τη διεφθαρμένη αστυνομία να κάνει τη δουλεία της, ο Sandman παίζει με τα όνειρα και τους εφιάλτες θεών και ανθρώπων για να πετύχει το στόχο του κλπ) αλλά εν πάσει περιπτώση, ας μη γελιόμαστε, κανείς απ’ αυτούς δεν είναι ο Ρασκόλνικοφ. Και πάλι καλά δηλαδή, αν ρωτάτε τη γνώμη μου.

Κι αυτό που με τρομάζει πιότερο δεν είναι που μπορεί τελικά να μη βρω ποτέ το κουράγιο να διαβάσω τον Οδυσσέα του Τζόυς. Είναι ότι αν συνεχιστεί αυτός ο παλιμπαιδισμός, με βλέπω να καταλήγω σύντομα σ’ αυτά τα άλλα κόμιξ, εκείνα με το μίκυ μάου και το Λούκυ Λουκ. Και προφανώς να μην ξαναγαμήσω ποτέ.

ΥΓ. Προχθές πέθανε ο Terry Pratchett, συγγραφέας των βιβλίων του Δισκόκοσμου, άλλη μια εφηβική υπεραγάπη. Κρίμα. Μπορεί το τελευταίο βιβλίο του που διάβασα να ήταν πριν 15 χρόνια, αλλά μάλλον θα τα ξαναπιάσω τώρα, στη  φάση που βρίσκομαι. Που καταλήγουμε όμως; Ο Pratchett πάει, ο Douglas Adams πάει, o Michal Ende πάει, ο Baum κι ο Lewis Caroll την έχουν κάνει απο πάντα, μόνο ο φασίστας ο Τριβιζάς έμεινε με τη Φρουτοπία του. Τον έχω βαρεθεί τον κόσμο.

Τρισάγιο

Τα τελευταία χρόνια πέρασαν γρήγορα. Δεν κωλώνει ο χρόνος. Αν είναι άδειος τρέχει. Και όσο τρέχει τόσο αδειάζει. Πετάει και τα περιττά και τρέχει πιο γρήγορα. Να προλάβει να φτάσει. Χαζός ο χρόνος. Θα προτιμούσα να μην υπάρχει.
Χρόνος λοιπόν δεν υπάρχει.

Υπάρχει όμως απόσταση. Τη μετράς από δω ως εκεί κι ας πούμε είναι α. Και αν κανω άλλο τόσο είναι κι άλλο α. Και άλλο τόσο κι άλλο τόσο και πάλι εκεί. Κύκλος ήταν, μπερδεύτηκες. Όσα α και να μετρήσεις σβούρα θα σαι.

Με τα πολλά ακόμα σε βλέπω σε φωτογραφίες και κάνω πως δεν σε βλέπω. Και καβαλάω τον πρώτο χρόνο που βρω μπροστά μου και δωστου να μετράω τα α.

Άλλοι πάλι στο πένθος φέρονται πιο ώριμα. Βρίσκουν γκόμενους, πηδιούνται σαν τα κουνέλια, το ρίχνουν στη δουλειά, πίνουν σάπια ποτά, γκαστρώνονται, μεγαλώνουν και πεθαίνουν με την ησυχία τους. Νικητές της ζωής.
Όχι ότι δεν τσουλάει. Μη σου δώσω τέτοια εντύπωση. Κι εγω ίδια κι απαράλλαχτη.
Κι έτσι, το πολύ να σ έβριζα λίγο θυμωμένα αν σε είχα εδώ που πήγες σαν μαλάκας και πέθανες και γελάμε όλοι λιγότερο.

Έλα ρε αλάνι να πούμε

Λοιπόν δεν έχω να πω τίποτα, αλλά μιας κι έχουμε να ασχοληθούμε απ’ τον Οκτώβρη, λέω να γράψω κάτι στην τύχη. Όπως ας πούμε για το χάσμα των γενεώνε.

Πάω που λες αφεντικό πριν κάνα τρίμηνο σ’ ένα μπαράκι που μόλις άνοιξε (επομένως δεν μπαίνω μέσα σφυρίζοντας, ούτε μ’ έχουν δει ακόμα να κρεμιέμαι απ’ τις λάμπες), έρχεται η σερβιτόρα να μου πάρει παραγγελία (ένα κοριτσάκι γύρω στα 20) κι αρχίζει να μου μιλάει στο πληθυντικό. Ξενερώνω προφανώς απ’ το πόσο κωλόγερος μπορεί να φαίνομαι στα μάτια της, μου περνάνε τα μισά τσιτάτα απ’ το  «Ενας, κανένας, εκατό χιλιάδες» απ’ το μυαλό, αλλά, κυρίως, μου φαίνεται γελοίο να μου μιλάει ο οποιοσδήποτε στο πληθυντικό. Τεσπά, το μπαράκι τελικά είναι καλό, η μουσική whatever, τα ποτά όχι περισσότερο μπόμπες απ’ ότι αλλού, το 20χρονο εκ των πραγμάτων τούμπανο, οπότε συνεχίζουμε να πηγαίνουμε εκεί μέχρι που καταλήγω αναπόφευκτα να μπαίνω μέσα σφυρίζοντας και να κρεμιέμαι ενίοτε από τις λάμπες. Η σερβιτόρα μου μιλάει πλέον στον ενικό ώσπου, προχτές, καταλαβαίνω ότι έχουμε φτάσει απ’ το αρχικό  «Γεια σας, να σας φέρω κάτι; »  στο  «Ελα ρε αλάνι να πούμε, πού γυρνάς; » Δεν είναι κάτι που με ξενερώνει βέβαια, αλλά μου ακούγεται μάλλον περισσότερο γελοίο απ’ ότι ο πληθυντικός. Και καταλαβαίνω επίσης ότι, από μια ηλικία και μετά, όλα έιναι λάθος. Καλύτερα να πίνεις μπύρες σπίτι σου.

Αυτά λοιπόν.

Οπότε για να τιμήσουμε τη γενιά μας, μην ξεχάσετε να ψηφίσετε ΠΑΣΟΚ μεθάυριο.

Μόνο Τέχνη

Επιτέλους!!! Η ολοκληρωμένη, uncut & unedited, θεματική τριλογία του Δον Κάμπο που όλοι περιμένατε, αλλά δεν ξέρατε ότι υπήρχε για να την ψάξετε! Εμείς την βρήκαμε στον υπολογιστή του (στο φάκελο tsontes\monotexni\pasok\ ) και σας την παρουσιάζουμε αυτούσια, σε παγκόσμια αποκλειστικότητα:

1) Ονειρεμένη Εξέλιξη

2) Κρανιέτα (διαβάστε επίσης το άρθρο Σπάζοντας τον Κώδικα της Κρανιέτας που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ο ποινολόγιος» )

3) Η Θαυμαστή Τέχνη της Εξαφάνισης

Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα: Ο Δον Κάμπο γεννήθηκε το 1981. Δεν έχει πεθάνει ακόμα.

Εργασία και χαρά unchained

Δεν φτάνεις στη δουλειά ποτέ. Έχεις βγει με τα καθιζήματα για «μια χαλαρή μπυρίτσα, καθημερινή είναι, δουλεύουμε αύριο» και μεταξύ τρίτου και τέταρτου ποτού αποδέχεσαι ότι η αυριανή μέρα έχει πάει στον κουβά και πίνεις τα υπόλοιπα τρία σαν άντρας. Το παλεύεις όμως: βάζεις διπλά ξυπνητήρια κι αφήνεις μήνυμα στο συγκάτοικο να σου μιλήσει πριν φύγει. Αποτυγχάνουν όλα: το κινητό βρίσκεται για κάποιο λόγο στο νιπτήρα και ο συγκάτοικος έχει τα δικά του προβλήματα να ασχοληθεί στις 8ηώρα το πρωί. Σκέφτεσαι ότι τα ξυπνητήρια στα κινητά είναι προπαγάνδα των αφεντικών κι ότι πρέπει επιτέλους να πάρεις ένα κανονικό, κατά προτίμηση αυτό με τον ήχο της γενικής επιστράτευσης.

Εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα δεν αλλάζουν, η μέρα έχει πάει στον κουβά. Ίσα που προλαβαίνεις να πας να κάνεις ταμείο αλλά η αξιοπρέπεια κι η αριστερή σου συνείδηση δεν στο επιτρέπουν. Στέλνεις μήνυμα ότι ξύπνησες με δέκατα, ρίγη, ανακατωσούρες, τάση για εμετό, αιμορροίδες, επιπεφυκίτιδα -τα μισά απ’ αυτά συνήθως ισχύουν- κι ελπίζεις πως αύριο θά ‘σαι καλύτερα και θα πας κανονικά. Προφανώς δεν σε πιστεύει κανείς αλλά και τι να κάνεις;

Σκέφτεσαι ότι οι μισοί συνάδελφοι στη γειτονιά εμφανίζονται μόνο για την είσπραξη.

Μετά θυμάσαι ότι είναι όλοι ΠΑΣΟΚ και λίγο πριν τη σύνταξη.

Μετά σκέφτεσαι ότι νιώθεις 60 χρονών και τα 40 απ’ αυτά δουλεύεις εκεί μέσα, αν βάλεις και τα χρόνια του μπαμπά -αυτό δεν σημαίνει «να συνεχίσεις το έργο του»;

Μετά σκέφτεσαι αν μπορεί να έχει κάποιος ταξική συνείδηση έξω απ’ την τάξη του. Κάποιος που δε βαριέται όμως.

Μετά παίρνεις δεύτερο panadol γιατί το πρώτο σου έκλασε μια μάντρα.

Μετά καταλήγεις ότι πρέπει να πουλήσεις το φαρμακείο και να βρεις μια πραγματική δουλεία, με αφεντικό, για νά ‘χεις να κράζεις.

Ε και μετά ρε φίλε πας στο pc και παίζεις μίκυ μάου.

 

Φάροι μπλε

Καθόμασταν πάνω σε κάτι κατσάβραχα και χαζεύαμε το φάρο. Δεν ήταν καν κάποιος φάρος της προκοπής: με το ζόρι δέκα μέτρα στο ύψος, ξεφτισμένος σε σημεία, ψευτοσοβαντισμένος σε άλλα, ένα γκρέμι και μισό. Αλλά εν πάσει περιπτώση, ήταν ένας φάρος. Και δεν έπαιζε και κάτι άλλο να δεις εκεί γύρω.

Δεν είχαμε βγάλει μιλιά εδώ και ώρα, κατά τα γνωστά. Είπε να μου σπάσει λίγο τα νεύρα.

Τ: Το ξέρεις ότι αυτή η λόξα σου κρύβει κάποια υποσυνείδητη έλξη προς το φαλλικό σύμβολο ε;

Χ: Τί εννοείς;

Τ: Τί  εννοώ ρε πίθηκε; Αφού είναι όλοι τους σα πούτσες όρθιες.

Χ: Μάλιστα. Πούτσες με λάμπα στο κεφαλάκι;

Τ: Εμ εδώ είναι το θέμα σου. Αλλιώς θά ‘σουν απλά gay και γαμώ τα παιδιά.

Παύση, μπύρα, τσιγάρο.

Χ: Τί είναι αυτό ρε; Περνάει κάνα τρένο από δω κοντά;

Τ: Δεν νομίζω, γιατί;

Χ: Ε για να τό βαζες στον κώλο σου και νά φευγες.

Τρένο δεν πέρναγε, αλλά το κόλπο έπιασε. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει στην τύχη, προς τον κοντινότερο σταθμό. Εγώ γύρισα ξανά το βλέμμα μου προς το φάρο: είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η δέσμη του φώτιζε ήδη το τίποτα.

Υπάρχει κάτι υπερβατικό σ’ αυτή την εικόνα, πάντοτε – αυτή είναι για μένα η μαγεία των φάρων.

Τους χτίζουμε πάνω στη γή, σε στέρεο έδαφος, αλλά δεν ανήκουν εκεί. Η δουλειά τους είναι με τους έξω -τους ψαράδες, τους ναύτες, τους εξερευνητές, τους λαθραίους, τους απόκληρους- αλλά και πάλι, ούτε γι αυτούς είναι κάτι αληθινό. Μια λαμπερή ακτίνα μόνο, να δείχνει το δρόμο μέσα απ’ την άβυσσο, το αφύσικο χέρι ενός αόρατου θεού.

Όταν έχει βραδιάσει για τα καλά και δεν υπάρχει άλλο φως γύρω μου πέρα απ’ αυτό του ίδιου του φάρου, είναι αδύνατον να μην νιώσω τη λάμψη του να με μαγνητίζει, να με τραβάει προς τα κει. Κι είναι επίσης αμφίβολο μέχρι και την τελευταία στιγμή, μέχρι και λίγα μόνο βήματα μακριά απ’ τη βάση του, αν θα ακουμπήσω τοίχο ή αν θα περάσω απο μέσα του . . . Τον βλέπω, υπάρχει στη γη μα δεν ανήκει εδώ, κι ανήκει στη θάλασσα χωρίς να βρίσκεται εκεί. Ένα μοναχικό κτίσμα σαν Πύλη, για έναν κόσμο ανάμεσα στους κόσμους, έναν κόσμο φτιαγμένο μόνο για εκείνο. Ίσως και για κάποιον ταλαίπωρο φαροφύλακα -μοναδικό μέτοχο ενός μυστηρίου που είναι αδύνατο να καταλάβεις.

Θα μπορούσε να είναι απλά μια μπάλα φωτός που ίπταται, πιο λογικό θα φαινόταν. Μοιάζει παράλογο που φτιάξαμε τους φάρους, έτσι όπως τους φτιάξαμε. Είναι κάτι ολότελα περιττό, μια υπερβολή που σε κοροΪδεύει στα μούτρα, όπως οι καθεδρικοί ή οι πυραμίδες. Κι όμως βρίσκονται εκεί, επειδή εκεί έπρεπε να είναι. Επειδή συμπληρώνουν μια εικόνα του κόσμου, χαραγμένη στο μυαλό μας από τα πριν.

Είτε αυτό, είτε επειδή, με μια λάμπα πάνω στο κεφαλάκι, βρίσκεις πάντα ευκολότερα την τρύπα.