Εργασία και χαρά final cut

Φτάνεις στη δουλειά, τίποτα δεν βγάζει πια νόημα  εκεί, έτσι γυρνάς σπίτι χαμογελαστός και την επόμενη μέρα ξαναπάς.

Το υπουργείο υγείας προειδοποιεί: «Τα παιδιά των καπνιστών είναι πιο πιθανό να αρχίσουν το κάπνισμα». Τί λες ρε Νταλάρα;  Και τα παιδιά των φαρμακοποιών είναι πιο πιθανό να γίνουν φαρμακοποιοί, αλλά δεν είδα κάνα υπουργείο να νοιάζεται όταν συμπληρώναμε το μηχανογραφικό.

ΥΣ: Αυτά για φέτος αφεντικό. Τρία ποστ σ’ ένα 24ωρο, κουρέλι έχω γίνει ψυχικά. Άντε, στο επόμενο μουντιάλ τώρα με υγεία.

Advertisements

Άλλη ασυναρτησία

Έπεσα τις προάλλες πάνω σ’ ένα ωραίο πρόβλημα με πιθανότητες -δηλαδή, όχι και τόσο ωραίο απο μαθηματίκης άποψης αλλά ωραίο για cabo. Στέκεσαι λοιπόν στο σημείο μηδέν των ακεραίων και ρίχνεις ένα κέρμα: αν έρθουν Γράμματα πας μπροστά, στο 1, αν έρθει Κορώνα πας πίσω, στο -1, όπως ακριβώς δηλαδή και στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Έπειτα ξαναρίχνεις το κέρμα και κινείσαι με τον ίδιο τρόπο. Αν επιστρέψεις κάποτε στο μηδέν, το φυσικό σου περιβάλλον, σταματάς αυτή τη φάρσα με το νόμισμα, αράζεις κάτω από ένα δέντρο κι έχεις νικήσει τη ζωή. Αν όχι, συνεχίζεις τις τύχες σου.
α) Ποιά η πιθανότητα να γυρίσεις στο 0, αν σου επιτρέπονται το πολύ ν ρίψεις του νομίσματος;
β) Δικό μου αυτό, αλλά εδώ είναι το ζουμί: Έστω ότι έχεις όσες ρίψεις θες.Ποίος ο αναμενόμενος αριθμός ρίψεων για να νικήσεις τη ζωή;

Η απάντηση στο πρόβλημά μας συνδέεται με την ακολουθία του Catalan αλλά δεν παίζει προφανώς να κάτσω να γράψω τον τύπο που δίνει την πιθανότητα Ρ συναρτήσει του ν, γιατί ξερνάω. Έχει πάντως πολλά θαυμαστικά μέσα κι έτσι μοιάζει να λέει κάτι σπουδαίο. Όπως και νά ‘χει, αυτό που μας ενδιαφέρει εμάς είναι το εξής (εκσηςς): Η πιθανότητα ξεκινάει προφανώς απ’ την τιμή 1/2 για ν=2, αυξάνεται όσο το ν αυξάνει, και τείνει στη μονάδα όταν το ν τείνει στο άπειρο – είναι βέβαιο δηλαδή πως, αν μας δωθεί ο απαραίτητος χρόνος, θα πάμε απο κει πού ‘ρθαμε. Το οποίο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον γιατί μας βεβαιώνει κάτι που γνωρίζαμε απο προσωπική εμπειρία: αν περιδιαβαίνεις τη ζωή στην τύχη, να είσαι σίγουρος τελικά πως θα καταλήξεις σπίτι σου. Κι εδώ έρχεται το ερώτημα β και το απογειώνει.
Πίστευα πως, λόγω συμμετρίας (σε κάθε ρίψη έχεις ιδια πιθανότητα να πας δεξιά ή αριστερα) και δεδομένου ότι ξεκινάς απ’ το μηδέν, ο αναμενόμενος αριθμός ρίψεων θα ήταν πεπερασμένος. Κι όμως δεν είναι. Το άθροισμα που προκύπτει τελικά αποκλείνει -αργά μεν, πιο αργά πεθαίνεις, αλλά αποκλείνει. Και καταλήγουμε έτσι με το εξής φανταστικό: Η πιθανότητα μας να νικήσουμε τη ζωή -να βρούμε το δρόμο μέσα απ’ το σκοτεινό δάσος για το σπίτι- είναι 1, μα η προσπάθεια που απαιτείται για κάτι τέτοιο άπειρη. Φανταζόμαστε εύκολα έναν άντρα χαμένο στη μέση της ερήμου ή έναν καλόγερο στην ασφάλεια του κελιού του, να προσεύχονται με τα μάτια κλειστά, εν αναμονή μιας βέβαιης, αναπόφευκτης σωτηρίας που δεν έρχεται ποτέ.

Μια ασυναρτησία

Στη Βικιπαίδεια, τη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια, διαβάζουμε την παρακάτω παρακινδυνευμένη εικασία όσον αφορά στην ετυμολογία του κινέζικου παιχνιδιού
Τάνγκραμ: «Η προέλευση της λέξης «τάνγκραμ» είναι ασαφής. Το «-γκραμ» είναι προφανώς από την Ελληνική λέξη «γράμμα». Το «ταν-» εικάζεται ποικιλοτρόπως
ότι είναι από την κινεζική λέξη t’an (εκτείνω) ή την καντονεζική t’ang (κινεζικό)». Νοηματικά, και οι δύο αυτές ερμηνείες ευσταθούν – στατιστικά, όχι. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τα επτά κομμάτια του Τάνγκραμ ως τα νέα «κινέζικα γράμματα» (αν όχι περισσότερο πρακτικά, σίγουρα πιο προσιτά απ’ τα δύστροπα, παραδοσιακά ιδεογράμματα) ή ως την επέκταση της έννοιας του αλφαβήτου σε ένα νέο, πολυμορφικό υπερσύνολο (με αρκετή τέχνη και λίγη φαντασία σχηματίζουμε με τα κομμάτια του τάνγκραμ όλο το λατινικό και το κυριλλικό αλφάβητο, τα 10 αριθμητικά ψηφία ή ακόμα τα αρχαία αιγυπτιακά ιερογλυφικά). Απ’ την άλλη, μας είναι αδύντατο να φανταστούμε λέξη μισή ελληνική και μισή κινέζικη και η αδυναμία μας αυτή προκύπει απ’ το αποστομωτικό γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ άλλη τέτοια λέξη.

Στην περίπτωση που η προέλευση της λέξης είναι εξ’ ολοκλήρου κινέζικη, ή έστω ασιατική, ο γράφων δεν έχει να προσθέσει τίποτα περισσότερο πάνω στο ζήτημα. Εαν δεχθούμε όμως μια καθαρόαιμη ελληνική καταβολή, η θεωρία μου είναι η εξής (εκσηςς): Η αρχική ονομασία του παιχνιδιού ήταν Πάνγραμ, δηλαδή «όλα τα γράμματα», το οποίο και αλλοιώθηκε στο πέρας των αιώνων -ποιός ξέρει πώς- στο σημερινό Τάνγκραμ. Και γράφω «με το πέρας των αιώνων» καθώς το παιχνίδι μεταφέρθηκε στην Αμερική το 1815 και είναι γνωστό πως προυπήρχε στην Κίνα για πάρα πολλά χρόνια. Επομένως, τόσο η παλαιότητα όσο και η αλλαγή ηπείρου θα δικαιολογούσαν εύκολα μια τέτοια ηχητική μετάλλαξη. Μα αλίμονο, το κύριο επιχείρημά μου δεν είναι τόσο φτηνό ή περιστασιακό. Αρκούν λίγες μόνο ώρες ενασχόλησης μ’ αυτό το πανούργο παιχνίδι, για να καταλάβει κανείς πως η λέξη «Πάν-γραμμα» αιχμαλωτίζει πλήρως τη βαθύτερη ουσία του.

Ανοίγεις λοιπόν τη συσκευασία, αφαιρείς τα κομμάτια απ’ το τετράγωνο κουτί τους, ξεφυλλίζεις το βιβλιαράκι με τα παζλ που καλείσαι να λύσεις, ξανακοιτάς με δυσπιστία τα κομμάτια μπροστά σου (μόλις επτά στον αριθμό και κάποια μεταξύ τους ίδια) και ξεκινάς. Περνάς τις επόμενες ώρες συνθέτοντας μια σειρά απο μορφές που υπάρχουν στο βιβλιαράκι, άλλες που δεν υπάρχουν αλλά θα μπορούσαν, ή ίσως και κάποιες που δεν υπάρχουν ούτε θα μπορούσαν, μορφές που έχουν νόημα μόνο για σένα. Και με κάθε καινούργια σύνθεση, αντί να εξοικειώνεσαι περισσότερο με την ιδέα, κοιτάς όλο και με μεγαλύτερη καχυποψία τα επτά, χοντροκομμένα, ξύλινα κομμάτια. Κουράζεσαι τελικά και πας να τα φυλάξεις -τα πετάς μες στο κουτί όπως νά ‘ναι, χώρος υπάρχει- κι είναι τότε που η συνειδητοποίηση σε χτυπάει καταπρόσωπο, χλευαστική σαν το πρώτο φως της μέρας. Είναι η στιγμή που τα κομμάτια του παζλ, μετά από εκατοντάδες απατηλούς συνδυασμούς, παίρνουν επιτέλους την μια και μοναδική, την αληθινή, πρωταρχική τους μορφή. Είσαι σίγουρος πως όταν τα έβγαλες για πρώτη φορά απ’ τη θέση τους, είχαν το παντελώς αδιάφορο σχήμα ενός τετραγώνου. Κι αυτός είναι ο τελευταίος σου γρίφος, ένας γρίφος που δεν υπάρχει στο βιβλιαράκι, ο απλούστερος και ταυτόχρονα ο πιο απροσπέλαστος. Όλες οι μορφές που πέρασαν μπορστά απ’ τα μάτια σου τις προηγούμενες ώρες, φυσιολογικές ή αλλόκοτες, λεπτεπίλεπτες ή άξεστες, προήλθαν απ’ το ίδιο, ανούσιο τετράγωνο. Το μυαλό σου τρέχει αναπόφευκτα στο ατομο του Δημόκριτου, στο singularity της Μεγάλης Έκρηξης, στο πρώτο ωάριο. Κι είσαι πλέον σίγουρος για την απέραντη σοφία του Σοπενάουερ: στα μάτια ενός παντογνώστη δημιουργού, ενός όντος που ξέρει κάθε πιθανό συνδυασμο του Τάνγκραμ, όλα τα πράγματα είναι ενα πράγμα. Με λίγη τέχνη και αρκετή φαντασία, πιάνει στη χούφτα του τα θεμέλια της ύπαρξης και μπροστά μας εμφανίζεται μια αλεπού, ένας μοναχός, το γράμμα άλφα ή ενας φάρος…

 

IMG_20180607_001701.jpg

Μένουμε Ελλάδα

Ένα απ’ τα ελάχιστα πλέον νησιά μας που έχουν παραμείνει ανέπαφα απ’ την αδηφάγο λαίλαπα του τουρισμού είναι η μυθική Ύφκινθος, η νήσος των Γραίων κατα τον Στράβωνα, των γυναικείων αυτών πλασμάτων που γεννήθηκαν γριές και μοιράζονταν όλες μαζί ένα μάτι. Και πράγματι είναι ένα νησί τυφλό και γι αυτό αόρατο -ένας τόπος αμόλυντος, ξεχασμένος απ’ την Ιστορία, άβρεχτος απ’ τις φουρτούνες του Σήμερα. Κανένα  κοσμοϊστορικό γεγονός και κανένας μεγάλος άντρας δεν γεννήθηκε εδώ, όλοι οι κατακτητές την αγνόησαν, καμμία ναυμαχία δε γέμισε με άιμα τις ακτές… Καθώς πλησιάζεις, είναι δύσκολο ακόμα και να την ξεχωρίσεις έτσι μικροσκοπική που είναι, κρυμμένη ανάμεσα στις Νότιες Χλωράδες, κι όμως αν ξέρεις τι ψάχνεις να είσαι σίγουρος πως θα σε βρει αυτή.

Νά την, τη βλέπεις κιόλας! Στέκεται στο βάθος περήφανη και μόνη -περιφρονητική θαρρείς- ψυχρή μα συνάμα προκλητική, γνέφει χαμηλόφωνα για να την ακούσουν μόνο όσοι είναι ήσυχοι μέσα τους… Το πλοίο της γραμμής δεν πάει εκεί, πρέπει να συνεννοηθείς με κάποιο ψαρά απ τα γύρω νησία για να σε πάει. Άγονη γραμμή -τί περίεργο όνομα για ένα τόσο γόνιμο μέρος! Δυστυχώς, οι παραλίες της είναι δύσβατες και κακοτράχαλες, αλλά σίγουρα δεν έφτασες ως εδώ για την καλοπέραση. Ακόμα κι οι ψαράδες προτιμούν να σε αφήσουν στη Χώρα κι όχι σε κάποια ερημική αμμουδιά, λόγω των ύφαλων που περικυκλώνουν το νησι. Το θέαμα όμως καθώς μπαίνεις στο απάνεμο λιμανάκι θα σε αποζημειώσει και με το παραπάνω: είναι κάτι που δεν περιγράφεται με λέξεις και που δεν θα το προσπαθήσω καν.

Το ταξίδι ως εδώ μπορεί να ήταν μακρύ και δύσκολο, αλλά δεν είναι καιρός για ξεκούραση -είναι τόσα τα μέρη που πρέπει να επισκεφτείς! Πρώτη στάση στα «Τρία ανήψια» για ένα λουκούλιο πρωινό απο αγνά, παρθένα υλικά, κι έπειτα παγωτό απο κατσικίσιο γάλα στην κυρα-Σούλα. Βόλτα στα πλακόστρωτα στενά, χειροποίητα υφαντα και κοσμήματα στα «Υφαντάδικα», ολόφρεσκη συναγρίδα πάνω στο γέρικο μόλο στο «Φιλότιμο»…  Αν είσαι τυχερός και βρεθείς εδώ στις 8 του Αυγούστου, θα παρακολουθήσεις με έκσταση την αναβίωση του βακχικού εθίμου των Αποσπερίτων, στο μικρό νεκροταφείου του Αγίου Σπυρίδωνα. Αν όχι, μην παραμελήσεις ούτως ή άλλως να επισκεφτείς το μεσαιωνικό εκκλησάκι, για να ανάψεις ένα κεράκι στη θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς της Νυχτοβλεπούσας.

Κι όταν έχεις πια γευτεί όλο το νέκταρ και την αμβροσία -ψυχικά και σωματικά- που μπορεί να σου προσφέρει η Χώρα του νησιού, είσαι έτοιμος για τις φυσιολατρικές εξορμήσεις σου. Βγαίνοντας απ’ το δυτικό δρόμο κι ακολουθώντας το μονοπάτι προς Νερόμυλους, φτάνει κανείς στο μαγευτικό Κεπεθένι.

το κάλεσμα

Το υπνοδωμάτιο έχει μια μόνιμη μυρωδιά καμένου. Έχω ψάξει τα πάντα. Ντουί, πρίζες, ξεχασμένους φορτιστές, λαμπατέρ, γόπες τίποτα. Χωρίς πολλά το πήρα απόφαση. Με την σιγουριά του «ότι γαμίδι και να καίγεται, δε πα να καεί να γίνει στάχτη» κοιμάμαι εδώ και 1 χρόνο στο καμένο δωμάτιο. Με τον ίδιο τρόπο θα κοιμόμουν πάνω σε αλιγάτορα αν τον συνήθιζε το μάτι μου φερειπείν. Έχουν κοιμηθεί και άλλοι σ αυτό το δωμάτιο. Κάτι ζευγάρια φίλων, κάτι συγγενείς, κάποιοι που ξώμειναν. Κανείς δεν είπε τίποτα. Μπορεί να ναι από αυτά που προσέχεις μετά το μήνα, μπορεί να μην το παν από ευγένεια, μπορεί πάλι να το μυρίζω μόνο εγώ. Το τελευταίο δύσκολο γιατί από το τσιγάρο έχω φτάσει να μυρίζω μόνο αν σνιφάρω κατάπλασμα λεμονανθού. Να μην τα πολυλογώ το δωμάτιο είναι καμένο.

Ξυπνάω το πρωί αργοπορημένα, το μυαλό μου είναι σουρωτήρι, προβλέπεται μέρα που δε θα θυμάμαι ούτε αν τύχω το λόττο, ντύνομαι με ότι μοιάζει τίμιο και πάω δουλειά. Στο δρόμο μου μυρίζει καμένο. Κοιτάω τον μαλάκα μπροστά, η εξάτμιση γουργουρίζει, αλλάζω λωρίδα, τίποτα. Καμένο πάλι. Αλάρμ και στην άκρη. Κολλάω τη μούρη μου σε λάστιχα, τσιμούχες και ότι άλλο μου φαίνεται ύποπτο, τίποτα. Μπαίνω στ αμάξι και συνεχίζω αποφασισμένη να φτάσω στη δουλειά. Λίγο πριν τις μπάρες είμαι διαολεμένα σίγουρη ότι θ ανατιναχτεί τ αμάξι. Παρκάρω έξω απ το πάρκινγκ για να μην μπουρλοτιάσω αθώους και βγαίνω κυρία μισοκαψαλισμένη απ τ αμάξι. Παίρνω ύφος δεν τρέχει τίποτα και απομακρύνομαι με στιλ Τετάρτης πρωί.
Φτάνω στη δουλειά. Έχουν εκκενώσει την κλινική λόγω συναγερμού φωτιάς. Φουντώνω από ενοχές. Να δεις που είναι το κάλεσμά μου. Μπαίνω σαν ήρωας μέσα στη μονάδα, δε μου μυρίζει τίποτα. Όλοι τρέχουν κατά έξω. Παίρνω βαθιές αναπνοές, ψάχνοντας κάτι να θυμίζει καπνό. Φτάνω στον τελευταίο θάλαμο και βρίσκω έναν παππού ωραίο, τον είχα δει χθες, χούφτωνε ότι έφτανε στα 92, χωρίς συγγενείς με πολύ χιούμορ, δε γαμιέται τον μαζεύω, σέρνω καρότσι και γυρίζουμε τον όροφο. Μου λέει αυτός κάτσε να πούμε δυο κουβέντες. Του λέω σε λίγο παππού, έχει φωτιά. Μου λέει όχι μωρέ ένα τσιγάρο άναψα και πήρε λίγο το στρώμα και η πάνα.

The Long and Tiresome Way to Oz

Τον τελευταίο καιρό το ‘χω ρίξει στα comics (όχι αυτά με το μίκυ μάου και το Λούκυ Λουκ, τα άλλα, αυτά που εμείς τα λέμε κόμιξ κι όλος ο υπόλοιπος πλανήτης τα λέει graphic novels). Έχω πάρει σβάρνα λοιπόν τις λίστες με τα 10, 25, 50, 1000 καλύτερα graphic novels ever, βγάζω μέσους όρους και διασπορές, και διαβάζω με αύξουσα σειρά.

Επίσης, πριν κάνα μήνα πήρα τους 5 τόμους με όλα τα βιβλία του Οz που έγραψε ποτέ ο Lyman Frank Baum (ναι, μάλλον μόνο εγώ κι οι φίλοι μου ξέρουμε στην Ελλάδα ότι, μετά το Μάγο του Οζ, ο  Baum έγραψε άλλα 14 βιβλία για τη Ντόροθυ, το Σκίαχτρο και τον Τενεκεδένιο ξυλοκόπο, και το πρώτο, αν και μακράν το πιο γνωστό, δεν είναι καν το καλύτερο). Μιλάμε συνολικά για ένα ατέλειωτο παραμύθι έκτασης τριών χιλιάδων σελίδων με τις αυθεντικές εικονογραφήσεις των πρώτων εκδόσεων -ένα παιδικό όνειρο που έγινε πραγματικότητα (να σημειώσω εδώ ότι τα παιδικά όνειρα που γίνονται πραγματικότητα όταν δεν είσαι πια παιδί είναι γενικά για τον πούτσο). Όπως και νά ΄χει, τα βιβλία τα είχα απο πρόπερσι στο e-book, είχα διαβάσει ήδη τα μισά, και σκεφτόμουνα καιρό αν αξίζει να δώσω ένα κάρο λεφτά για να τά ‘χω σε χαρτί, αλλά τελικά πλήρωσε το ΤΑΠΟΤΕ τα χρωστούμενα του 11 και δε γαμείς, τα πήρα. Κι αφού πλατίασα αρκετά με την καθήλωση μου στο Οζικό στάδιο, πάμε στο θέμα μας τώρα (γιατί λογικά έχει κάποιο θέμα το ποστ).

Έχω βρεθεί τους τελευταίους μήνες να διαβάζω ανηλεώς Batman, Oz και V for Vendetta ενώ στο ράφι της βιβλιοθήκης με τα «to be read» σκονίζονται αδιάκοπα ο Φρανς, ο Ιουνέσκο, ο Έκο, ο Σαραμάγκου, ο Τσέρτερτον κι οι υπόλοιποι εμετικοί τιτάνες. Και όλους αυτούς τους μήνες αναρωτιέμαι, όπως θά ‘κανε κάθε ενήλικας: μα καλά, τί κάνω; Όποτε πάω να πιάσω κάτι πιο βαθύ, κάτι που μπορεί να δίνει περισσότερο βάση στο ψυχισμό και τις αντιφάσεις των χαρακτήρων, στην έκθεση μιας ιδεολογίας ή κοσμοθεωρίας, σε κάποιο είδος εσωτερικής, κοινωνικής ή φιλοσοφικής αναζήτησης σε βάρος της πλοκής αυτής καθαυτής, ε τότε κουράζομαι αυτόματα. Δεν είναι ότι αν τελικά διαβάσω κάτι τέτοιο, δεν μου αρέσει (τέτοια είναι άλλωστε όλα τα αγαπημένα μας βιβλία), είναι που όλο και περισσότερο τελευταία βαριέμαι να το κάνω και το χέρι πάει αυτόματα στο ράφι με τα Sandman.

Και νομίζω ότι το συμπέρασμα είναι τόσο σαφές όσο και τρομακτικό. Έχω βαρεθέι τον κόσμο. Τον κόσμο και τους ανθρώπους του. Προτιμώ να διαβάσω κάτι που ουδεμία σχέση έχει με τούτο το σύμπαν, κάτι για τη χώρα του Oζ, το Δισκόκοσμο ή τη Gotham City, κάτι όπου το καλό και το κακό είναι κρυστάλλινα διαχωρισμένα και όπου, χωρίς πολύ μπλα-μπλα, παίζουν ξυλίκι μεταξύ τους και στο τέλος το καλό πάντα νικάει. Και μετά πιάνεις το επόμενο τέυχος για να ξανανικήσει στο τέλος το καλό κι εσύ να ξαναχαρείς με το τίποτα. Βέβαια τα καλύτερα comics θεωρούνται τα καλύτερα ακριβώς γιατί διαλύουν αυτή τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ υπερήρωα-αντιήρωα κι επιδεικνύουν υποτίθεται ένα πιο mature, intellectuel γράψιμο (ο Batman είναι ένας διαταραγμένος τρομοκράτης-φασίστας που παίρνει το νόμο στα χέρια του και δεν αφήνει τη διεφθαρμένη αστυνομία να κάνει τη δουλεία της, ο Sandman παίζει με τα όνειρα και τους εφιάλτες θεών και ανθρώπων για να πετύχει το στόχο του κλπ) αλλά εν πάσει περιπτώση, ας μη γελιόμαστε, κανείς απ’ αυτούς δεν είναι ο Ρασκόλνικοφ. Και πάλι καλά δηλαδή, αν ρωτάτε τη γνώμη μου.

Κι αυτό που με τρομάζει πιότερο δεν είναι που μπορεί τελικά να μη βρω ποτέ το κουράγιο να διαβάσω τον Οδυσσέα του Τζόυς. Είναι ότι αν συνεχιστεί αυτός ο παλιμπαιδισμός, με βλέπω να καταλήγω σύντομα σ’ αυτά τα άλλα κόμιξ, εκείνα με το μίκυ μάου και το Λούκυ Λουκ. Και προφανώς να μην ξαναγαμήσω ποτέ.

ΥΓ. Προχθές πέθανε ο Terry Pratchett, συγγραφέας των βιβλίων του Δισκόκοσμου, άλλη μια εφηβική υπεραγάπη. Κρίμα. Μπορεί το τελευταίο βιβλίο του που διάβασα να ήταν πριν 15 χρόνια, αλλά μάλλον θα τα ξαναπιάσω τώρα, στη  φάση που βρίσκομαι. Που καταλήγουμε όμως; Ο Pratchett πάει, ο Douglas Adams πάει, o Michal Ende πάει, ο Baum κι ο Lewis Caroll την έχουν κάνει απο πάντα, μόνο ο φασίστας ο Τριβιζάς έμεινε με τη Φρουτοπία του. Τον έχω βαρεθεί τον κόσμο.

Τρισάγιο

Τα τελευταία χρόνια πέρασαν γρήγορα. Δεν κωλώνει ο χρόνος. Αν είναι άδειος τρέχει. Και όσο τρέχει τόσο αδειάζει. Πετάει και τα περιττά και τρέχει πιο γρήγορα. Να προλάβει να φτάσει. Χαζός ο χρόνος. Θα προτιμούσα να μην υπάρχει.
Χρόνος λοιπόν δεν υπάρχει.

Υπάρχει όμως απόσταση. Τη μετράς από δω ως εκεί κι ας πούμε είναι α. Και αν κανω άλλο τόσο είναι κι άλλο α. Και άλλο τόσο κι άλλο τόσο και πάλι εκεί. Κύκλος ήταν, μπερδεύτηκες. Όσα α και να μετρήσεις σβούρα θα σαι.

Με τα πολλά ακόμα σε βλέπω σε φωτογραφίες και κάνω πως δεν σε βλέπω. Και καβαλάω τον πρώτο χρόνο που βρω μπροστά μου και δωστου να μετράω τα α.

Άλλοι πάλι στο πένθος φέρονται πιο ώριμα. Βρίσκουν γκόμενους, πηδιούνται σαν τα κουνέλια, το ρίχνουν στη δουλειά, πίνουν σάπια ποτά, γκαστρώνονται, μεγαλώνουν και πεθαίνουν με την ησυχία τους. Νικητές της ζωής.
Όχι ότι δεν τσουλάει. Μη σου δώσω τέτοια εντύπωση. Κι εγω ίδια κι απαράλλαχτη.
Κι έτσι, το πολύ να σ έβριζα λίγο θυμωμένα αν σε είχα εδώ που πήγες σαν μαλάκας και πέθανες και γελάμε όλοι λιγότερο.